Το πρώτο ακραίο κύμα καύσωνα που επηρέασε τη δυτική Ευρώπη στα τέλη Μαίου, σε συνδυασμό με το δεύτερο πιο ακραίο κύμα καύσωνα που επηρέασε τις ίδιες περιοχές μέσα στον Ιούνιο είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί περαιτέρω θέρμανση των επιφανειακών νερών της Μεσογείου, με αποτέλεσμα τα επιφανειακά νερά της κεντροδυτικής Μεσογείου να καταγράφουν εξαιρετικά έντονες θετικές αποκλίσεις όπου και παρατηρείται θαλάσσιος καύσωνας.
Όπως βλέπετε και στην πιο κάτω εικόνα που δημοσίευσε η σελίδα Climatebook, παρατηρούνται εξαιρετικά μεγάλες αποκλίσεις της επιφανειακής θερμοκρασίας της θάλασσας στη κεντροδυτική Μεσόγειο, η οποία σε τμήματα της δυτικής Μεσογείου ξεπερνά ακόμα και τους 6 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με το μέσο όρο της περιόδου αναφοράς (1991 – 2020), με θερμοκρασίες θάλασσας που αγγίζουν τους 29-30 βαθμούς Κελσίου στην επιφάνεια.

Σύμφωνα και με την Υπηρεσία Θαλάσσιας Παρακολούθησης Copernicus (Copernicus Marine Service), οι συνθήκες θαλάσσιου καύσωνα στην κεντροδυτική Μεσόγειο φτάνουν στο ισχυρό επίπεδο ενώ παρόμοιες συνθήκες παρουσιάζονται και σε τμήματα του Ατλαντικού ωκεανού που βρέχουν τη δυτική-βορειοδυτική Ευρώπη όπως βλέπετε στη πιο κάτω εικόνα.

Όσον αφορά τη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου στην οποία βρίσκεται και η Κύπρος, η θερμοκρασία των επιφανειακών θαλάσσιων νερών της Μεσογείου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες αποκλίσεις σε σχέση με τα κανονικά και κυμαίνεται γύρω στα κανονικά για την εποχή επίπεδα ή και ελαφρώς πιο πάνω σε ορισμένες περιοχές. Αντιθέτως στον Ελλαδικό χώρο και πιο συγκεκριμένα στο Αιγαίο παρατηρούνται ψυχρότερες συνθήκες από τα κανονικά στα επιφανειακά νερά όπως βλέπετε στη πιο κάτω εικόνα, κάτι το οποίο οφείλεται στα καλοκαιρινά μελτέμια τα οποία εκτός απ’ ότι λειτουργούν ως “φυσικό κλιματιστικό” για τα νησία του Αιγαίου, δυσκολεύουν τη θέρμανση της θάλασσας ενώ ταυτόχρονα μεταφέρουν ψυχρότερα νερά από το βυθό της θάλασσας στην επιφάνεια.






